του Θανάση Γλαβίνα, δικηγόρου Θεσσαλονίκης – μέλους Κ.Π.Ε. – ΚΙΝΑΛ

Σχόλιο με αφορμή την άρση ασυλίας βουλευτή και την παραίτηση δημοσιογράφου από εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας και οι δύο αχρείαστες παρακαταθήκες της κυβέρνησης για το μέλλον.

Την προηγούμενη εβδομάδα δύο γεγονότα, η άρση ασυλίας μίας βουλευτή του ΜΕΡΑ25 και η παραίτηση της διευθύντριας σύνταξης μεγάλης κυριακάτικης εφημερίδας προσέθεσαν δύο ακόμη κρίκους σε μία αλυσίδα που με κάποιο τρόπο φαίνεται να δημιουργεί σκιές επί του ζητήματος της ελευθερίας της έκφρασης και του τρόπου αντιμετώπισης του εκ μέρους της κυβέρνησης.

Αρχικά πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι δεν τίθεται ζήτημα περιορισμού της ελευθερίας της γνώμης ως προς το γενικό του μέρους (άρθρο 14 παρ. 1 Σ). Πράγματι ο καθένας και η καθεμία σήμερα στη χώρα μπορεί να εκφράζει ελεύθερα την άποψη του τόσο σε κατ’ ιδίαν επαφές όσο και δια των μέσων μαζικής επικοινωνίας αλλά και με το διαδίκτυο χωρίς να περιορίζεται με κάποιο τρόπο το δικαίωμα αυτό ή να τίθεται υπό διακινδύνευση. Επιπλέον οι σύγχρονες μορφές επικοινωνίας και η «διαδικτυακή» δημόσια σφαίρα την οποία έχουν εγκαθιδρύσει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά και το πλήθος των διαδικτυακών εφημερίδων δίνουν τη δυνατότητα στον κάθε πολίτη και χρήστη του διαδικτύου να εκφραστεί ελεύθερα χωρίς σχεδόν κανένα περιορισμό και να συμμετέχει με τον τρόπο αυτό στο δημόσιο διάλογο. Σημειώνεται ότι η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί ένα θεμελιώδες «πολιτικό» δικαίωμα του οποίου η άσκηση είναι η πρωταρχική προϋπόθεση για τον δημόσιο διάλογο και για την ελεύθερη διαμόρφωση των πολιτικών αντιλήψεων που διαμορφώνονται στην κοινωνία των πολιτών.

Ειδικότερα ωστόσο σε ζητήματα που άπτονται της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος, όπως η ελευθερία έκφρασης των βουλευτών αλλά και η ανεξαρτησία των μέσων μαζικής ενημέρωσης από κυβερνητικές και όχι μόνο παρεμβάσεις, η κατάσταση δείχνει να διολισθαίνει σε όλο και περισσότερο.

Ξεκινώντας από το δεύτερο, ο τύπος ως σύνολο των εντύπων που κυκλοφορούν στην χώρα είναι το αναγκαίο και απαραίτητο μέσο για την διάδοση απόψεων και τη διαμάχη ιδεών, συνεπώς για την δημοσιότητα του πολιτικού βίου. Ωστόσο η ανεξαρτησία του τύπου (14 παρ. 2 Σ) και οι προσπάθειες χειραγώγησης του μόνο καινούργιο φαινόμενο δεν είναι.  Αποτελεί διαχρονικό ζητούμενο τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να λειτουργούν με σκοπό την αντικειμενική ενημέρωση του πολίτη, τον έλεγχο και την άσκηση κριτικής και όχι το «χάιδεμα» της εκάστοτε κυβέρνησης. Η σύγχρονη βέβαια συνθήκη με βάση την οποία τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης ελέγχονται από επιχειρηματικά συμφέροντα και όχι από εκδότες, περιπλέκει την κατάσταση και δημιουργεί πλήθος εξαρτήσεων. Οι εξαρτήσεις αυτές φαίνεται πως επί της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας έχουν ενισχυθεί. Από τις πρώτες μέρες της διακυβέρνησης της, ίσως και νωρίτερα ενόσω βρισκόταν στο κατώφλι της εξουσίας, οι παρεμβάσεις εκ μέρους παραγόντων της σε μέσα μαζικής ενημέρωσης ήταν ένα είδος κοινού μυστικού. Δεν ήταν άλλωστε λίγες οι φορές που η παρέμβαση προερχόταν από το Μέγαρο Μαξίμου ενδυναμώνοντας τον δείκτη πίεσης. Η ασυλία με την οποία περιβάλλεται ο Πρωθυπουργός σήμερα από μεγάλη μερίδα των μέσων μαζικής επικοινωνίας σε καμία περίπτωση δεν αντιστοιχεί στην πραγματική αξία του έργου του. Ακόμη και η σύζυγος του μάλιστα εμφανίζεται μέσα από «λυρικές» περιγραφές χωρίς αυτό να ενδιαφέρει τον ελληνικό πληθυσμό -ο θεσμός της «πρώτης κυρίας» άλλωστε δεν υφίσταται στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Ίσως αποτελεί μία από τις παρακαταθήκες της κυβέρνησης και του Πρωθυπουργού προσωπικά για το μέλλον αλλά αυτό είναι κάτι που αφήνει παγερά αδιάφορο την πλειονότητα του ελληνικού λαού. Αντίθετα η παραίτηση της διευθύντριας σύνταξης της κυριακάτικης εφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ» εξαιτίας πιέσεων από το Μέγαρο Μαξίμου όπως κατήγγειλε η ίδια μετά τη δημοσίευση ενός αρνητικού για την κυβέρνηση ρεπορτάζ απασχολεί έντονα τους πολίτες και δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς την αντίληψη που διακατέχει τη συγκεκριμένη κυβέρνηση -αλλά και προηγούμενες και ειδικότερα την τελευταία κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με την ανεκδιήγητη λειτουργία της ΕΡΤ- σχετικά με την ανεξαρτησία του τύπου και την ελευθερία γνώμης των συντακτών του. Πρακτικές τέτοιου είδους δεν πρέπει να τιμούν μία κατ’ όνομα μάλλον «φιλελεύθερη κυβέρνηση» εκτός και αν ο φιλελευθερισμός μεταφράζεται στην «νεοδημοκρατική» γλώσσα ως η προστασία των δικαιωμάτων των συγκεκριμένης ομάδας πολιτών, και πιο συγκεκριμένα όσων κατοικοεδρεύουν επί της Ηρώδου Αττικού στο Μέγαρο Μαξίμου.

Επιπλέον σαν να μην έφταναν τα παραπάνω, ο «νεοδημοκρατικός» φιλελευθερισμός την προηγούμενη εβδομάδα διέσχισε τον Εθνικό Κήπο και μεταδόθηκε στη Βουλή και πιο συγκεκριμένα στους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας -και σε ορισμένους βουλευτές άλλων κομμάτων δυστυχώς, βλ. μία μικρή μειοψηφία του ΚΙΝΑΛ- οι οποίοι σε μία πρωτοφανή για τα ιστορικά δεδομένα πράξη, ψήφισαν υπέρ της άρσης ασυλίας της βουλευτή του ΜΕΡΑ25 κας Αδαμοπούλου με βάση μία δήλωση που έκανε στο πλαίσιο των βουλευτικών της καθηκόντων από το βήμα της Βουλής όπου και τη διάρκεια συζήτησης σχετικού νομοσχεδίου εξέφρασε μία γενικά αρνητική άποψη για την Αστυνομία, παραθέτοντας κατά την ομιλίας της δημοσιεύματα και μαρτυρίες ότι στην Ελληνική Αστυνομία υπάρχουν θύλακες που ακολουθούν προβοκατόρικες πρακτικές κάνοντας λόγο για «μπαχαλάκηδες» αστυνομικούς. Η μήνυση μίας ένωσης αστυνομικών για συκοφαντική δυσφήμηση αρκούσε για να πείσει την πλειοψηφία των εθνικών νομοθετών να φέρουν ενώπιον του φυσικού δικαστή τη βουλευτή για μία πολιτική άποψη την οποία εξέφρασε, με την οποία μπορεί ο γράφων να διαφωνεί κάθετα, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι οι απόψεις των βουλευτών κατά τη κοινοβουλευτική τους δραστηριότητα θα κινδυνεύουν διαρκώς να τεθούν υπό δικαστική κρίση. Το ανεύθυνο των βουλευτών (άρθρο 61 Σ το οποίο και μας αφορά στην περίπτωση αυτή) μαζί με το ακαταδίωκτο (άρθρο 62 Σ) αποτελούν θεσμικές εγγυήσεις για την ακώλυτη άσκηση των καθηκόντων τους και κατ’ επέκταση θεμελιώδεις αρχές του κοινοβουλευτικού μας συστήματος στο πλαίσιο της εύρυθμης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αλίμονο εάν η κάθε πολιτική άποψη μπορεί να αποτελεί ζήτημα που χρήζει δικαστικής διερεύνησης για συκοφαντική δυσφήμηση, όπως άλλωστε επιτρέπει η παρ. 2 του άρθρου 61 Σ ενώ παράλληλα υφίστανται και σοβαρές αμφιβολίες για τη νόμιμη σύσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος («συλλογική» συκοφαντική δυσφήμηση) στην περίπτωση αυτή. Η αίσθηση που δημιουργείται είναι πως με αυτή την απόφαση τους οι βουλευτές κατά παράβαση του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής «άνοιξαν» το κουτί της Πανδώρας, και διαπνεόμενοι από ένα αίσθημα υπεροψίας έσκαψαν έναν λάκκο στον οποίο κάποια στιγμή μελλοντικά μπορούν να πέσουν και οι ίδιοι. Και αν όχι οι ίδιοι προσωπικά οι μελλοντικοί κάτοχοι της θέσης τους. Αυτή είναι μία ευθύνη την οποία παρέβλεψαν όσοι από τους βουλευτές της σημερινής Βουλής συναίνεσαν στην άρση ασυλίας της συγκεκριμένης βουλευτή αφήνοντας μία επικίνδυνη παρακαταθήκη για το μέλλον.

Το παραπάνω σχόλιο απέχει από το να παρουσιαστεί ως κινδυνολογία. Εκφράζει φόβους και ανησυχίες, θέλω να πιστεύω, μεγάλης μερίδας των Ελλήνων πολιτών, που διαπνέονται από δημοκρατικά αισθήματα και επιθυμούν την πιστή τήρηση των δημοκρατικών κανόνων του πολιτικού παιχνιδιού. Επίσης ο γράφων δεν τρέφει αυταπάτες για τα παραπάνω. Η δημοκρατία είναι άλλωστε «θέμα μόνιμου αγώνα» και συνδέεται στενά με μία «λειτουργική» και ακηδεμόνευτη κοινή γνώμη. Προς την κατεύθυνση αυτή κινείται και το παραπάνω σχόλιο.

Share: