του Δημήτρη Γκαβέλα, Δικηγόρου

Ο χιλιόχρονος γίγαντας ψυχορραγούσε. Ο τελευταίος αυτοκράτορας (συνονόματος του ιδρυτού της βασιλίδος των πόλεων) Κωνσταντίνος Δραγάτσης (Παλαιολόγος) παρατηρούσε από τα τείχη το τρομακτικό τηλεβόλο του Μωάμεθ έχοντας δίπλα του τον Τζουστινιάνη και τους «σιδερόφρακτους» στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Νωρίτερα ενεγράφη στο πάνθεον των Ελλήνων ηρώων μηνύοντας στον επίδοξο κατακτητή «να σου παραδώσω την πολιτεία ούτε στο χέρι μου είναι ούτε κανενός άλλου από όσοι την κατοικούν. Κοινή είναι η απόφασή μας να πεθάνουμε πολεμώντας». Λίγο αργότερα την ύστατη ώρα ανέφερε στους πολιορκημένους «πολεμούμε για τα τέσσερα μεγαλύτερα αγαθά στον κόσμο: την πίστη μας, την πατρίδα, τους συγγενείς και τους φίλους μας. Τούτη η πολιτεία είναι σκεπή για εμάς καταφύγιο των χριστιανών ελπίδα και χαρά πάντων των Ελλήνων». Ύστερα θα τον άρπαζε σύμφωνα με τον μύθο άγγελος να τον κρύψει σε βαθειά σπηλιά να καρτερά μαρμαρωμένος…

Σκοτάδι απλώθηκε. Ο ζυγός βάραινε στον τράχηλο του Έλληνα. Οι Έλληνες ασφυκτιούσαν υπό τον τουρκικό ζυγό, σκληρή και ασυμπόνευτη η σκλαβιά. Για τον Έλληνα με την άμμετρη αγάπη προς την ελευθερία υπήρξε μονόδρομος η απόφαση. Στο Γαλαξείδι 118 χρόνια πριν το 1821 έβαλαν τα χέρια πάνω στις εικόνες και δώσαν όρκο φοβερό: ή να πεθάνουμε ή να ξεσκλαβωθούμε». Στα 1796 ο νεαρός στρατηγός Βοναπάρτης ανέλαβε την αρχηγία του γαλλικού στρατού της Ιταλίας. Ένα τμήμα του νικηφόρου στρατού στις 27.6.1797 παίρνει τα Επτάνησα. Στις γραπτές οδηγίες του προς τον στρατηγό Ζαντιλί ανέφερε: «…αν οι κάτοικοι στις χώρες αυτές φανερώσουν διαθέσεις ανεξαρτησίας, να ευνοήσετε την επιθυμία τους και να μην ξεχάσετε να μνημονεύσετε στις προκηρύξεις σας στην Ελλάδα την Αθήνα και την Σπάρτη…» Ο Ζαντιλί ανέφερε στην προκήρυξή του : «…Σας υπόσχομαι εξ ονόματος του γενεράλη Βοναπάρτη και της ρεπούβλικας των Φραντσέζων, φυσική σύμμαχος και βοηθός των ελεύθερων λαών, μεγάλες ευεργεσίες. Ας αναβλαστήσουν σε εσάς οι αρετές των προγόνων σας. Αποδώσατε εις το όνομα των Ελλήνων την πρώτη λαμπρότητα και δόξα κάνοντας να αποκτήσει πάλι την παλαιά του δύναμη και ενέργεια…». Στις 5.7 ο λαός της Κέρκυρας καίει σε άκρατο ενθουασιασμό τον κώδικα των ευγενών «libro d’ oro”και φυτεύει συμβολικά το δένδρο της ελευθερίας τραγουδώντας τον Θούριο του Ρήγα Βελεστινλή.

Οι αλύγιστοι, προστάτης τους μόνον ο Θεός, φορώντας την κάπα, με σύντροφο το σπαθί και το τουφέκι, μαξιλάρι τους την πέτρα, κρεβάτι τους το χώμα συντήρησαν την μαγιά της ελευθερίας στις οροσειρές της Ελλάδος. «…Φρουρά του Βασιλέως ήταν οι Κλέπται και φρούριο η Μάνη, το Σούλι και τα βουνά…» ανέφερε ο θρυλικός Κολοκοτρώνης. Στα βουνά βίωνε την ατομική ελευθερία ο Έλληνας. «Πασάς του το σπαθί, βεζίρης το τουφέκι». Οι Κλέπται αποτέλεσαν την πρότυπη στρατιωτική δύναμη του Έθνους. Καπεταναίοι, πρωτοπαλήκαρα, παληκάρια και ψυχογιοί έμαθαν να θεωρούν εθνικό μόνον ό,τι είναι αληθινό. Δεν ρώτησαν ποτέ πόσοι είναι οι ίδιοι. Δεν ενδιαφέρθηκαν να μάθουν πόσοι είναι οι εχθροί. Αποφάσισαν να πολεμήσουν για την ελευθερία, για την Πατρίδα, για το έθνος, για τους βωμούς και τις εστίες μέχρι το θάνατο. Κατέκτησαν τον αιώνιο  σεβασμό και την υστεροφημία. Ανεξίτηλα έγραψαν χρυσή σελίδα στην παγκόσμια ιστορία. Απέδειξαν ότι η ελευθερία δεν δωρίζεται, κατακτάται με θυσίες.

Ζούσαν και πέθαιναν έχοντας στα χείλη τα κλέφτικα τραγούδια της λεβεντιάς και του θανάτου γεμάτα συναισθήματα, πόθο για λευτεριά και αντρίκια ανάσα. Αισθάνονταν αληθινή αγάπη για τη ζωή. Επεδείκνυαν πρωτοφανή περιφρόνηση στο θάνατο «…ο ήλιος εβασίλευε κι ο Δήμος διατάζει, Σύρτε παιδιά μου στο νερό, ψωμί να φάτε απόψε, και συ Λαμπράκη ανεψιέ τ’ άρματά μου φόρεσε να είσαι καπετάνιος. Σεις παιδιά μου πάρετε το έρημο σπαθί μου, πράσινα κλαδιά να κόψετε, στρώστε μου να καθίσω φέρτε τον πνευματικό να με ξομολογήσει. Τριάντα χρόνια αρματωλός και είκοσι έχω κλέφτης και τώρα ήρθε ο θάνατος και θέλω να πεθάνω. Κάνετε το κιβούρι μου πλατύ, ψηλό να γένει να στέκω όρθιος να πολεμώ. Από το δεξί το μέρος αφήστε παραθύρι τα χελιδόνια να ‘ρχουνται, την άνοιξη να φέρνουν…». «…Να πάτε χαιρετίσματα στη δόλια τη γυναίκα μου να μη με καρτεράει, να μη βάνει ντέρτι στην καρδιά και στη ψυχή μαράζι. Τη Λαμπρή να στολιστεί  να μη μαυροφορέσει, να πάρει δίπλες στο χορό να ψιλιτραγουδήσει. Εγώ σκοτώθηκα πηγαίνω για το Γένος. Πέστε χαιρετίσματα σε όλο το Γαλαξείδι…»

Εκεί που τους έβρισκε η νύχτα, δεν έπρεπε να τους πετύχει το πρωί…Χτυπούσαν τον Τούρκο και τον κοτζαμπάση. Μεϊντάνης, Μηλιώνης, Κατσαντώνης, Ανδρούτσος, Πανουργιάς, Κολοκοτρώνης, Πετιμεζαίοι, Πλαπούτας και άλλοι πολλοί ανέμιζαν το μπαϊράκι του ξεσηκωμού. Το κίνημα αποκτούσε εθνική συνείδηση. Από το ιστορικό «ταν ή επι τας» των Λακεδαιμονίων στο «κάλλιο θάνατος χωρίς ντροπή, παρά ντροπή χωρίς θάνατο» του Κατσαντώνη μια ανάσα δρόμος… Θερμοπύλες, Μαραθώνας, Σαλαμίνα, Πλαταιές, βαρεία του έθνους παρακαταθήκη. Αντάξια τέκνα ανδρώθηκαν στις οροσειρές, στα νησιά. Ψαρά, Ύδρα, Σπέτσες, Χίος πρόσφεραν στον Αγώνα ενέργεια ψυχική άγνωστη από τότε που χάθηκε η ελευθερία.

Η γυναίκα Ελληνίδα φάνηκε αντάξια στον  αγώνα. Μπουμπουλίνα, Μαντώ Μαυρογένους, Μεσολογγίτισες και Σουλιώτισες με τους αγώνες και τις θυσίες τους έδειξαν το δρόμο για την ελευθερία. Στο Ζάλογγο προκρίνοντας το θάνατο από τη σκλαβιά «ανοίξασαι τας αγκάλας ερρίφθησαν εις τον Ασπροπόταμο αυθορμήτως μετά των φιλτάτων».

Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια του Ομήρου  ανέθρεψαν γενεές αντροπαλήκαρα. Χρησίμευαν για την ηθική αγωγή των Ελλήνων. Στην ποίηση εμπιστεύονταν τότε οι Έλληνες την ανατροφή των πολιτών. Οι τραγωδίες εδιδάσκοντο και καθιστούσαν τους Έλληνες «πολίτες στων ιδεών την πόλη». Η μυθολογική ποίηση και τα δημοτικά τραγούδια αποτέλεσαν τον ενωτικό  ψυχικό κρίκο με το παρελθόν και συντρόφευσαν τον πόνο και τη χαρά του αδούλωτου στην ψυχή Έλληνα. Οι λόγιοι και οι διαφωτιστές υπήρξαν φωτεινοί φάροι που ζέσταιναν την φλόγα στις ψυχές των Ελλήνων. Ο Ρήγας και ο Κοραής γύρευαν να σηκώσουν την γονατισμένη και αλυσοδεμένη Ελλάδα. Κοντά τους και άλλοι πολλοί, όπως ο ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας, με νου και ψυχή που ξεσήκωνε η  θύελλα της ελευθερίας, πότιζαν τη γη που έκρυβε τον σπόρο της επανάστασης. Ο Ρήγας εξεταζόμενος από τους Αυστριακούς μετά τη σύλληψή του ερωτάται από αυτούς: «ποιους έχεις συνεργούς;» και απαντά «όλο το έθνος μου». Το επιτάφιο επίγραμμά του είχε φιλοτεχνήσει ο ίδιος «καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια κλαβιά και φυλακή». Η θυσία αυτού και των συντρόφων του θα οδηγήσει στην συγκρότηση της Φιλικής Εταιρίας που οργάνωσε τον επικό αγώνα για την ελευθερία.

Το γράμμα του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στις 15.6.1820 ανέφερε «…θα συναριθμηθείς κάποτε στη σειρά των ανδρείων και ενδόξων στρατηγών της Ελλάδος…τώρα να ιδούμε την αξιότητά σας. Τώρα να ιδούμε αν είστε Έλληνες απόγονοι του Επαμεινώνδα, του Θεμιστοκλή και του ήρωος Λεωνίδα…». Στον Τερτσέτη ο Κολοκοτρώνης ιστόρησε τον ενθουσιασμό του αργότερα «…Εγώ όταν ήλθε η προκήρυξη του Υψηλάντη η σάλπιγξ της πατρίδος σας κράζει, μου φάνηκε ότι αντιλάλησε ο ουρανός και η γη, έπιασα με τη χούφτα μου το σπαθί μου και έγραψα με πύρινα γράμματα στην καρδιά μου το ευλογημένο όνομα Αλέξανδρος Υψηλάντης…».

Ο Υψηλάντης δεν έφτασε ποτέ στον Μωριά. Η σπίθα άναψε και γίνηκε φλόγα στους μπαρουτόμυλους της Μάνης. Το πρώτο καριοφίλι του ’21 βρόντηξε στις 16.3.1821 ο Νικόλας Σολιώτης που έσμιξε με τον Παπαφλέσσα.

Share: