Η αυτοκτονία μιας νεαρής Βελγίδας, ηλικίας 24 ετών, που είχε μόλις ανοίξει το κομμωτήριό της στη Λιέγη αναδείχθηκε σε σύμβολο της απελπισίας μπροστά στην πανδημία.

Σε μια χώρα που έχει βαριά πληγεί από τον νέο κορονοϊό (περισσότεροι από 15.000 ασθενείς έχουν πεθάνει) και έχει επιβάλει ένα δεύτερο λοκντάουν, η τραγωδία αυτή προκάλεσε συγκίνηση σε ολόκληρη την κοινωνία, από τον πρωθυπουργό Αλεξάντερ ντε Κρο έως τον σκηνοθέτη Λικ Νταρντέν, που μίλησε σήμερα στο Γαλλικό Πρακτορείο.

«Κάθε αυτοκτονία είναι περίπλοκη, δεν θέλω να την περιορίσω μονάχα στα κοινωνικά και οικονομικά αίτιά της», είπε ο σκηνοθέτης, διπλά βραβευθείς με Χρυσό Φοίνικα στις Κάνες, μαζί με τον αδελφό του Ζαν Πιερ.Όμως, υπάρχει εκεί «η έκφραση μιας κοινωνικής απελπισίας, μιας στεναχώριας», τόνισε, υπενθυμίζοντας τη σημασία «του να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στους πιο ευάλωτους ανθρώπους».

Η 24χρονη Άλισον Ζαντάν, βρέθηκε νεκρή τη Δευτέρα. Χωρίς να αφήσει κάποιο σημείωμα πίσω, για να εξηγήσει την ενέργειά της, σύμφωνα με τα πρώτα διαθέσιμα στοιχεία της έρευνας. Όμως, στο περιβάλλον της, όλοι φαίνεται πως γνώριζαν.

Άνεργη κομμώτρια, είχε ξεκινήσει τη δική της επιχείρηση στις αρχές Αυγούστου. Δεν μπόρεσε να αντέξει το κλείσιμο που επιβλήθηκε από τις αρχές, στο πλαίσιο της δεύτερης καραντίνας πριν από τρεις εβδομάδες. «Είναι πολύ περίπλοκο ψυχολογικά», έλεγε η ίδια στις 10 Νοεμβρίου, στο τηλεοπτικό δίκτυο RTL-TVI.

Η εικόνα της να χαμογελάει με τα κόκκινα μαλλιά της και τα πίρσινγκ της έγινε οικεία στους Βέλγους.

Ερωτηθείς χθες στο κοινοβούλιο, ο πρωθυπουργός μίλησε για «έναν άνθρωπο που ήθελε να ξεκινήσει το κατάστημά του με πολλές φιλοδοξίες, πολλές ελπίδες» και «βρέθηκε αντιμέτωπο με μια κατάσταση για την οποία δεν έφταιγε».

Η τραγωδία αυτή «μας άγγιξε όλους βαθιά», «είναι σαφές ότι ο αντίκτυπος σε ανθρώπινο και ψυχολογικό επίπεδο του δεύτερου κύματος (της πανδημίας) είναι μεγαλύτερος», παραδέχθηκε ο Βέλγος πρωθυπουργός.

Ο Σερζ Σχονμπρόντ, πελάτης και φίλος της Άλισον, περιγράφει ότι εκείνη του είπε πως ανησυχεί για την καραντίνα, στην τελευταία συνάντησή τους.

Φοβόταν ότι δεν είναι δικαιούχος για κρατική επιδότηση λόγω του πρόσφατου χαρακτήρα της δραστηριότητάς της, χωρίς να έχει κάποιον υπάλληλο.

«Όταν η Άλισον επικοινώνησε με τις υπηρεσίες που θα τη βοηθούσαν, της απάντησαν ότι η επιχείρησή της δεν ήταν απαραίτητη, δεν ήταν αναγκαία», εξηγεί ο Σερζ. «Έπρεπε να δικαιολογήσει την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών σε σύγκριση με τον προηγούμενο χρόνο, κάτι που προφανώς δεν είχε», συμπλήρωσε ο φίλος της, ο οποίος δημιούργησε ένα «ταμείο Άλισον» προκειμένου να βοηθήσει τους ελεύθερους επαγγελματίες, που βρίσκονται αντιμέτωποι με τον οικονομικό στραγγαλισμό.

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Share: