Βασίλειος Πάρις Καπερνάρος, δικηγόρος Αθηνών

Η συνεχής και απρόσκοπτη λειτουργία των δικαστηρίων αλλά και η δικαστική προστασία όλων των πολιτών αποτελούν θεμελιώδη χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης ευνομούμενης πολιτείας αλλά και ενός σύγχρονου κράτους Δικαίου.

Ωστόσο, δεν αποτελούν χαρακτηριστικά ενός Κράτους Δικαίου όλα όσα διαδραματίζονται στην Ελλάδα κατά το δεύτερο κύμα της πανδημίας του κορονοϊού, το φθινόπωρο του 2020. Ειδικότερα, οι χειρισμοί της πολιτείας δια των αρμοδίων δε οργάνων της σχετικά με τη λειτουργία των δικαστηρίων αποτέλεσε ένα δείγμα προχειρότητας και ευθυνοφοβίας, στοιχείων που σίγουρα δεν συνάδουν με της επιταγές ενός σοβαρού  κράτους.

Εκτός της παρατεταμένης αδράνειας σχετικά με την λήψη απόφασης για την λειτουργία ή μη των δικαστηρίων μέσω της περιβόητης ΚΥΑ που θα έθετε τους κανόνες λειτουργίας των δικαστηρίων, ο μέσος Δικηγόρος που βιοπορίζεται δια της φυσικής του παρουσίας στις δικαστικές αίθουσες, έπρεπε να παρακολουθήσει και το αποτέλεσμα του «μπραντεφέρ» που έλαβε χώρα μεταξύ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕΝΔΕ) και της συντονιστικής επιτροπής της ολομέλειας των Προέδρων των δικηγορικών συλλόγων της χώρας και της απορρέουσας εξ αυτού, επίδρασης που θα είχε στην επικείμενη απόφαση της Πολιτείας.

Κατά τη διάρκεια του καθολικού «lockdown» του πρώτου κύματος της πανδημίας που έλαβε χώρα την άνοιξη, με την αναστολή λειτουργίας  όλων των δικαστηρίων για σχεδόν τρεις μήνες, οι δικηγόροι έλαβαν ένα είδος βοηθήματος που ανήλθε κατά προσέγγιση στα 600 ευρώ συνολικά. Λόγω της πρωτόγνωρης κατάστασης που υπεισήλθαμε αναγκαστικά όλοι οι Έλληνες πολίτες – επαγγελματίες, υπήρξε κατανόηση και από τον δικό μας επαγγελματικό κλάδο, υπομένοντας το πέρας της κατάστασης αυτής. Ωστόσο, κατά το δεύτερο κύμα του Φθινοπώρου υπήρξαν δικαιολογημένα απαιτήσεις για καλύτερη διαχείριση της λειτουργίας της δικαιοσύνης αφενός για την εξασφάλιση της δικαστικής προστασίας κάθε πολίτη και αφετέρου για το βιοποριστικό ζήτημα που θα προέκυπτε εκ νέου στον κλάδο για κάθε ελεύθερο επαγγελματία δικηγόρο. Η πολυαναμενόμενη ΚΥΑ εξεδόθη τη Δευτέρα 7 Νοεμβρίου του 2020, 3 μέρες μετά (!!) το διάγγελμα του Πρωθυπουργού για το επικείμενο «lockdown» , η οποία επιβεβαίωσε τη βούληση της πολιτείας, να αφήσει τη Δικαιοσύνη να υπολειτουργεί μέσα σε ένα καθεστώς αντιπαράθεσης των Δικαστικών Λειτουργών και των δικηγόρων. Αφενός να ικανοποιήσει εν μέρει το αίτημα της ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων να λειτουργούν όλα τα δικαστήρια και αφετέρου να ικανοποιήσει το αίτημα της ΕΝΔΕ για αναστολή της λειτουργίας τους. Με λίγα λόγια, η ελληνική πολιτεία πετώντας τη μπάλα στην εξέδρα άφησε τις δυο πλευρές – συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης να αντιπαρατίθενται, ώστε να το χρησιμοποιήσει εκ των υστέρων ως επιχείρημα για να καλύψει την αδράνεια της λόγω πολιτικού κόστους.

Κατά τη διάρκεια αυτής της ομιχλώδους – αβέβαιης κατάστασης που επισκίασε τον κλάδο μας, οι δικηγόροι έλαβαν (τηρουμένων βέβαια των εισοδηματικών κριτηρίων) ένα επίδομα – όνειδος της τάξης των 200 ευρώ, ενώ τα πάγια έξοδα της λειτουργίας των δικηγορικών τους γραφείων, των ασφαλιστικών εισφορών και των φορολογικών τους υποχρεώσεων παρέμειναν ως είχαν, σφίγγοντας ακόμη περισσότερο τον κλοιό.

Η κατάσταση παρέμεινε ίδια, εξακολουθητικώς απαράδεκτη για τους ασκούμενους δικηγόρους, οι οποίοι ανεξαρτήτως πανδημίας απολαμβάνουν τον ύψιστο εξευτελισμό της μη θεσμοθέτησης κατώτατου μισθού, πολλές φορές βιοποριζόμενοι με χαρτζιλίκια και επιδόματα γονέων… Για αυτούς το επίδομα περιορίστηκε στα … 100 ευρώ! 

Η δικηγορία είναι ένα επάγγελμα κορεσμένο και με πολλά και ολοένα αυξανόμενα έξοδα, είναι μία ιδιαιτέρως απαιτητική και δύσκολη δουλειά με μικρό, ειδικά για τους νέους δικηγόρους, περιθώριο κέρδους. Ας φροντίσουμε οι νέοι δικηγόροι, μακριά από πολιτικά τερτίπια και ψηφοθηρίες να φροντίσουμε για το εργασιακό μας μέλλον, ενωμένοι και με κοινό στόχο.    

Share: