Του Κωνσταντίνου Παπαστεργίου, δικηγόρου Θεσσαλονίκης

Μόλις κυκλοφόρησαν τα νέα για τη σύλληψη της ύποπτης για το τραγικό περιστατικό της επίθεσης με βιτριόλι, ο Στάθης Β., ιατρός στη Γερμανία και επιστήθιος φίλος, δεν έχασε χρόνο για να επικοινωνήσει μαζί μου. Γνωρίζοντας ότι ασχολούμαι με το ποινικό δίκαιο, μου απηύθυνε τα γνώριμα ερωτήματα: τι ποινή θα επιβληθεί στον ένοχο και πόσο θα εκτίσει στη πραγματικότητα.

Εμφορούμενος από την αναμενόμενη για ιατρό ευαισθησία για την σωματική υγεία, δεν έκρυψε την αποδοκιμασία του για την απάντηση που πήρε. 10 χρόνια εγκλεισμός το μέγιστο για βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη, από τα οποία θα εκτίσει το λιγότερο τα 4. «4 έτη μόνο; Αντιλαμβάνεσαι τι ζημία προκάλεσε;» μου αποκρίθηκε. Μόνο όταν έμαθε ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη για απόπειρα ανθρωποκτονίας ικανοποιήθηκε εν μέρει.

Ασφαλώς, δεν ήταν η πρώτη φορά που ο φίλος μου μου ζήτησε σχετικές εξηγήσεις. Αισθάνεται ότι το κοινό περί δικαίου αίσθημά του δέχεται αλλεπάλληλα πλήγματα. Όταν έμαθε ότι η ισόβια κάθειρξη (υπόθεση βιασμού και ανθρωποκτονίας στη Ρόδο) ισοδυναμεί εν τέλει με 12 χρόνια πραγματικής έκτισης, φοβάται ότι με τα χρόνια στη Γερμανία έχει ξεχάσει τα Ελληνικά του. Ισόβια θα πει για όλη τη διάρκεια της ζωής, μου λέει. Η λίστα με τα παράδοξα του νόμου συνεχίζεται ατελείωτη. Όσες φορές και να με ρώτησε, η απάντηση που πήρε ήταν πάντα η ίδια.

Η ποινή στοχεύει σε τρεις σκοπούς: την ειδική πρόληψη, που σημαίνει να μην ξανατελέσει. αδίκημα ο ίδιος δράστης, την γενική πρόληψη, δηλαδή την αποτροπή άλλων επίδοξων εγκληματιών, μέσω του παραδειγματισμού που πετυχαίνει η επιβολή μίας ποινής, και
την αναλογικότητα, δηλ. το κακό που επιβάλλεται από την πολιτεία στον δράστη να είναι ανάλογο με τη βλάβη που αυτός προκαλεί.

Η επιστήμη της σωφρονιστικής έχει αποδείξει ότι ο μακρόχρονος εγκλεισμός αυξάνει τις πιθανότητες της παρανομίας. Διότι ο καταδικασθείς πολλές φορές περιθωριοποιείται και δεν είναι σε θέση να απορροφηθεί από νόμιμες οικονομικές δραστηριότητες μετά την απόλυση. Παράλληλα, κατά τη φυλάκιση συγχρωτίζεται με τα κατάλληλα άτομα που θα του δώσουν διέξοδο βιοπορισμού στην παρανομία. Επίσης, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι χάριν παραδειγματισμού θα τιμωρηθεί υπερβολικά ένας δράστης, διότι αυτό τον καθιστά εξιλαστήριο θύμα και τον αδικεί.

Τέλος, αποκτούμε μία σαφέστερη εικόνα της αναλογικότητας αν διακρίνουμε το μέγεθος των βλαβών. Οι βλάβες που προκλήθηκαν στο συγκεκριμένο περιστατικό είναι πράγματι τρομερές, αλλά θα μπορούσαν να είναι και πιο εκτεταμένες. Η εξίσωση των ποινών στις δύο περιπτώσεις είναι άδικη. Πρέπει να υπάρχει διαβάθμιση. Εξάλλου, η ποινή είναι ένα δυναμικό μέγεθος. Είναι δίκαιο να δοθεί η δυνατότητα στον δράστη ενός εγκλήματος να επιδείξει την μεταμέλεια του κατά τον εγκλεισμό του, και να αξιώσει ευνοϊκότερη μεταχείριση. Για τον λόγο αυτό, και εφόσον ο καταδικασθείς πράξει κατά τον εγκλεισμό του ότι προβλέπει ο νόμος ότι αποτελεί ένδειξη μεταμέλειας (καλή συμπεριφορά, εργασία εντός των φυλακών κτλ), η ποινή προϊόντος του χρόνου ελαττώνεται. Τα ως άνω όμως ισχύουν για την πρώτη φορά. Αν ο καταδικασθείς επαναλάβει το έγκλημα, δεν προβλέπεται ευνοϊκή μεταχείριση. Επιπροσθέτως δε, υποχρεούται σε αποζημίωση του θύματος.

Εξίσου μάταια προσπαθώ να του εξηγήσω ότι η διόγκωση του κατηγορητηρίου δεν αποτελεί παρά αντιπερισπασμό του συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Η κατηγορία για απόπειρα ανθρωποκτονίας είναι εν πολλοίς έωλη. Βιτριόλι ρίχνεις αν θες να προκαλέσεις παραμόρφωση. Αν θέλεις να σκοτώσεις, μετέρχεσαι άλλων μεθόδων. Είναι παρόμοιο με το να πυροβολείς στα πόδια. Με την βαριά κατηγορία που αποδόθηκε, η οποία θα μεταβληθεί σε σκοπούμενες βαριές σωματικές βλάβες στο ακροατήριο, απλώς
διασκεδάζονται οι εντυπώσεις, επιτρέπει την προσωρινή κράτηση (κοινώς προφυλάκηση) της κατηγορούμενης, κάτι που δεν είναι εφικτό με κατηγορία για βαριές σωματικές βλάβες, ώστε να χυθεί «αίμα στην αρένα», προς τέρψη του «κοινού περί δικαίου αισθήματος».

Η κατηγορούμενη, η καταδίκη της οποίας έχει ήδη προεξοφληθεί από τις δημοσιογραφικές πληροφορίες που διαρρέουν, είναι πλέον «μέσα» και δεν κυκλοφορεί ελεύθερη. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι έτσι απλώς αποσπάται η προσοχή από τα πραγματικά προβλήματα του συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Το ζητούμενο είναι η ταχύτητα στην έκδοση εκτελεστής απόφασης. Η έναρξη της τιμωρίας προτού δικαστεί ο κατηγορούμενος, δεν αποτελεί παρά ψιμυθίωση της πραγματικότητας, που καταστρατηγεί θεμελιώδη δικαιώματα.

Αυτά ισχύουν γενικά. Παρόλα αυτά, οφείλω να παραδεχτώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο γιατρός έχει το δίκαιο με το μέρος του. Και ο λόγος είναι ο εξής: Σε ένα άλλο τομέα του Δικαίου, το Αστικό Δίκαιο, ο Αστικός Κώδικας επιφυλάσσει ιδιαίτερη αντιμετώπιση για την πρόκληση αναπηρίας και παραμόρφωσης. Στο αρ. 931 ορίζεται ότι «Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα
λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του». Η νομολογία του Αρείου Πάγου δέχεται ότι το Σύνταγμα, αναγνωρίζοντας ειδική προστασία στα ανάπηρα άτομα στο αρ. 21, διαμορφώνει ένα αυτοτελές έννομο αγαθό, το οποίο χρήζει αυξημένης προστασίας.

Από την άλλη, ο Ποινικός Κώδικας στο αρ. 310 ορίζει ότι «Βαριά σωματική βλάβη υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του». Με αυτή τη περιγραφή, θέτει στην ίδια κατηγορία τις, σοβαρές μεν, αλλά ιάσιμες σωματικές βλάβες, με την μόνιμη αναπηρία και τη παραμόρφωση. Τούτο αποτελεί αστοχία. Διότι οι συνέπειες που προκαλεί στον κοινωνικό βίο η αναπηρία και η παραμόρφωση είναι βαρύτερες και διακρίνονται αναμφίβολα από τις υπόλοιπες πιθανές σωματικές βλάβες. Για τον λόγο αυτό, η αντίστοιχη πράξη έχει επιπρόσθετη κοινωνική απαξία, και θα έπρεπε να τιμωρείται αυστηρότερα. Το Σύνταγμά μας και η ερμηνεία του από την νομολογία προσφέρει γόνιμο έδαφος για αυτήν την προσέγγιση.

Η αποτρόπαια πράξη της ρίψης βιτριολιού στο πρόσωπο μπορεί και πρέπει να τιμωρείται βαρύτερα. Αυτό όμως επειδή το επιτρέπει το Σύνταγμα και μέσω νομοθετικής παρέμβασης, και όχι με το τέχνασμα της «παραμόρφωσης» του κατηγορητηρίου. Πρέπει δε όλοι να συνειδητοποιήσουμε ότι το μέγεθος των ποινών και οι κανόνες έκτισής τους συνιστούν πολυσύνθετα ζητήματα που διέπονται από τους
υψηλής επιστημονικής στάθμης κανόνες της σωφρονιστικής και της εγκληματολογίας. Το γεγονός ότι είναι άμεσα συνυφασμένα με κοινωνικά φαινόμενα που αφορούν όλους μας, ενίοτε μας οδηγεί στην ψευδαίσθηση ότι μπορούμε με ευκολία να διατυπώσουμε ολοκληρωμένη γνώμη. Η αλήθεια όμως είναι το αντίθετο: πρόκειται για τόσο σύνθετα και πολυδιάστατα ζητήματα, που ούτε οι ειδήμονες είναι σε θέση να διατυπώσουν ομοιογενείς θέσεις. Διότι, στο πεδίο αυτό, όπως και σε όλα τα περίπλοκα κοινωνικά ζητήματα, τέλειες λύσεις απλά δεν υπάρχουν.

Share: